αβανγκάρντ

[άκλιτη. Γαλλική: avantgarde]

αβανγκάρντ [άκλιτη. Γαλλική: avantgarde]

Ελληνικά: Πρωτοπορία

  1. (α) το σύνολο των ριζοσπαστών καλλιτεχνών, κυρίως των μέσων του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, οι οποίοι αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές τεχνοτροπίες και πειραματίστηκαν με νέες μορφές, καθώς και η αντίστοιχη καλλιτεχνική και πνευματική τάση (β) (γενικότερα) κάθε πρωτοποριακή ομάδα κινήματος, ειδικότερα στις τέχνες, με χαρακτηρισμό τις νεωτεριστικές ή πειραματικές τεχνικές και την έντονη τάση προς εκζήτηση
  2. (γενικότερα) πρωτοποριακή ομάδα στον πνευματικό, πολιτικό ή οικονομικό χώρο
  3. (ως επίθετο) ο πρωτοποριακός
  4. (μεταφορικά) αυτός που απέχει από τις καθιερωμένες αντιλήψεις, από τα συνηθισμένα. Συνώνυμο: κουλτουριάρικος

Πηγή: Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη (Β’ έκδοση, 2002)

Categories

About the Author: http://kyriakidesgallery.eu/author/svkyriakides/